ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ
(NOTRE DAME DE PARIS)
Αγαπητοί φίλοι,
Μετά από πολύμηνη απουσία εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων καθώς και κάποιων προσωπικών λόγων επανέρχομαι στην ενεργό δράση.
Στο συγκεκριμένο μας άρθρο θα ασχοληθούμε με το μεγάλο εκκλησιαστικό όργανο του Καθεδρικού Ναού της Παναγίας των Παρισίων.
Πριν δούμε το εκκλησιαστικό όργανο του ναού, ας δούμε μερικά στοιχεία για τον περίφημο αυτό Καθεδρικό Ναό. Η Notre Dame βρίσκεται στο ανατολικό ήμισυ της νησίδας Île de la Cité του Παρισιού. Ο ναός ανήκει στο Ρωμαιοκαθολικό δόγμα και είναι η έδρα του Αρχιεπισκόπου του Παρισιού. Θεωρείται ως ένα από τα ωραιότερα δείγματα της Γαλλικής Γοτθικής Αρχιτεκτονικής. Το πρώτο κτίριο που υπήρξε ποτέ σε αυτό το σημείο ήταν η Βασιλική του Αγίου Στεφάνου που κατασκευάστηκε γύρω στο 511 από τον Childebert Ist που ήταν βασιλιάς του Παρισιού. Μια δεύτερη εκκλησία οικοδομήθηκε κοντά στην πρώτη και αφιερώθηκε στην Παρθένο Μαρία με την επωνυμία Notre Dame (Η Κυρία μας). Με την εισβολή των Νορμανδών η εκκλησία αυτή κάηκε και ανοικοδομήθηκε κάπου το 857. Το 1160, ο Maurice de Sully διαδέχτηκε τον Pierre Lombard στον επισκοπικό θρόνο του Παρισιού και αποφάσισε να κατεδαφίσει και τους δύο ναούς προκειμένου να ανεγείρει ένα νέο μεγαλύτερο. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε το 1163 από το Λουδονίκο 7ο και τον Πάπα Αλέξανδρο τον 3ο. Από τότε και μετά ξεκίνησε μια σειρά απο επιχειρήσεις ολοκλήρωσης του τεράστιου αυτού ναού που διήρκησαν αιώνες. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα κτίσματα στα οποία τοποθετήθηκαν εξωτερικές αντηρίδες διότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής του, παρουσιάστηκαν ρωγμές σε κάποια σημεία ψηλά στα τοιχώματα.
Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης πολλοί θησαυροί του Ναού καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν. Τα αγάλματα των βιβλικών βασιλέων της Ιουδαίας (που θεωρήθηκαν λανθασμένα ως βασιλείς της Γαλλίας) αποκεφαλίσθηκαν. Αρκετές από αυτές τις κεφαλές όμως βρέθηκαν σε ανασκαφές που έγιναν το 1977 στον περιβάλλοντα χώρο του Ναού και οι οποίες τοποθετήθηκαν στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου του Cluny. Μόνο οι μεγάλες καμπάνες σώθηκαν από το μένος του λαού και αποφεύχθη το λιώσιμό τους σε κάποιο χυτήριο. Τότε ο ναός αφιερώθηκε στο Δόγμα του Υπέρτατου Όντος και το εσωτερικό του χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος ζωοτροφών και τροφίμων.

Οι διαστάσεις του ναού είναι 130 μέτρα μήκος, 48 μέτρα πλάτος και 35 μέτρα ύψος. Οι πυλώνες του είναι 5 μέτρα σε διάμετρο και οι πύργοι της πρόσοψης φτάνουν τα 96 μέτρα ύψος όπου μπορεί κανείς να ανέβει μέσω 368 σκαλοπατιών. Στο νότιο πύργο στεγάζεται από το 1400 η περίφημη καμπάνα με την επωνυμία “Bourdon” η οποία εκκαμιεύθη εκ νέου το 1631. Ο Λουδοβίκος ο 14ος της έδωσε το όνομα «Εμμανουήλ». Το βάρος της είναι 13 τόνοι και το γλωσσίδι της ζυγίζει 500 κιλά. Η καμπάνα κρούεται μόνο σε σημαντικές λειτουργικές εκδηλώσεις και σε εξαιρετικές ιεροτελεστίες. Από το 1856 στο βόρειο πύργο στεγάζονται άλλες τέσσερις καμπάνες που αντικατέστησαν τις παλιότερες που υπήρχαν εκεί από το Μεσαίωνα και οι οποίες εστάλησαν στο χυτήριο το 1791 για να κατασκευαστούν κανόνια. Το βέλος του ναού, που ανακατασκευάσθηκε το 1860 ακολουθώντας το αρχικό πρότυπο του 13ου αιώνα, είναι από βελανιδιά με επικάλυψη μολύβδου και ζυγίζει 750 τόνους.

Η ιστορία του εκκλησιαστικού οργάνου του Καθεδρικού Ναού της Παναγίας των Παρισίων χωρίζεται σε τρία μέρη.
1) 1403 – 1730: Το μεσαιωνικό όργανο.
Η ιστορία του οργάνου ξεκινάει κάπου στο 1330. Το πρώτο όργανο τοποθετήθηκε σε μία «χελιδονοφωλιά» κάτω από ένα ψηλό παράθυρο κοντά στο Ιερό. Κάπου το 1400 αποφασίστηκε η εγκατάσταση ενός νέου οργάνου σε ένα μικρό πέτρινο εξώστη πάνω από την δυτική είσοδο. Η κατασκευή του οργάνου αυτού ολοκληρώθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1403 και το 1473 ανακατασκευάστηκε όπου για 50 χρόνια ακόμη μπόρεσε να κρατηθεί σε λειτουργία. Από τότε και μετά έλαβαν χώρα αρκετές τροποποιήσεις και ανακατασκευές σε διάφορα σημεία του οργάνου συμπεριλαμβανομένων και των αυλών. Το 1609 προκειμένου να προστεθεί ένα δεύτερο πληκτρολόγιο αφαιρέθηκε εντελώς το ποδοπληκτρολόγιο και ο μηχανισμός μετάδοσης και κίνησης. Στα φάση αυτή το όργανο διέθετε τρεις ηχητικούς κορμούς και 2000 περίπου αυλούς που χωρίζονταν: α) στο πλήρες ηχητικό αποτέλεσμα, β) στο ηχητικό σύνολο χειλεοφώνων και γ) μια συστοιχία γλωττιδοφώνων. Ένα τρίτο πληκτρολόγιο προστέθηκε το 1630 και ένα τέταρτο το 1672. Από αυτό το όργανο έχουν επιζήσει μόνο 12 αυλοί.

2) 1730 – 1838: Το κλασσικό όργανο.
Το 1730 αποφασίστηκε η εγκατάσταση ενός εξ ολοκλήρου νέου οργάνου. Την ίδια εποχή η Γαλλία έμπαινε στην εποχή του Διαφωτισμού και οι μεσαιωνικές ξύλινες κατασκευές χάθηκαν εντελώς από το όργανο. Το νέο συμβόλαιο κατασκευής του οργάνου δόθηκε στον François Thierry. Το όργανο αναπροσαρμόστηκε εκ νέου: τα νέα πληκτρολόγια είχαν πλέον 50 νότες από ντο έως και ρε και στα τέσσερα πληκτρολόγια προστέθηκε ένα νέο στην Τρίτη θέση: το Bombarde. Το Grand Orgue έχει ένα βαθύφωνο ρετζίστρο 32’ Montre και ένα Plein Jeu 4 οκτάβων. Η σειρά των γλωττιδοφώνων περιέχει πλέον ένα Bombarde και μία δεύτερη Trumpet. Το τμήμα του ποδοπληκτρολογίου μεγάλωσε σε διαστάσεις. Η νέα θήκη του οργάνου τοποθετήθηκε ψηλότερα από το προηγούμενο όργανο και κάλυπτε τμήμα του μεγάλου στρογγυλού βιτρώ-ρόδακα. Το όργανο παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για άλλα 50 χρόνια.
Το 1783 γίνεται η παρέμβαση του François-Henri Clicquot. Προκειμένου να δημιουργηθεί χώρος για το τμήμα Positif κατασκευάζεται από τον Caillou μια νέα θήκη σε στυλ Λουδοβίκου 15ου. Όλα τα ρετζίστρο του συγκεκριμένου τμήματος ανακτασκευάστηκαν, εκτός από το Bourdon 8’ και την Cornet. Επιπρόσθετα τοποθετήθηκε ένα Bourdon 16 και ένα Flute 8’ αντικαθιστά ένα Flute 4’. Μια Trumpet 8’ προστέθηκε στο τμήμα Bombarde. Στο τμήμα Echo γίνονται διάφορες αναδιοργανώσεις και προσθέσεις. Το τμήμα των ποδοπλήκτρων μεγαλώνει επιπλέον σε διαστάσεις όπως επίσης αυξάνονται συνολικά και οι διαστάσεις όλης της θήκης του οργάνου. Από τους αυλούς που τοποθέτησε ο Clicquot, έχουν διασωθεί 900 και έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικοί.
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης το όργανο χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες εκδηλώσεις αλλά επίσης απειλήθηκε και απο διάφορα διατάγματα, τελικά όμως επέζησε αν και υπέφερε από την εγκατάλειψη, όπως και άλλα όργανα εκείνης της περιόδου. Το 1828 η γενική κατάσταση του οργάνου δεν ήταν καθόλου καλή. Ήταν η περίοδος που άρχισαν οι εργασίες ανακατασκευή του ναού όπου είχαν σαν αποτέλεσμα να εισχωρήσει σκόνη στους αυλούς και στα συστήματα παροχής αέρος. Επιπλέον βροχή και αέρας έμπαιναν στο όργανο από το βιτρώ που ήταν πάνω από το όργανο και το τελικό αποτέλεσμα ήταν να υπάρχουν εμφανείς φθορές στα φυσερά. Αυτές οι συνθήκες οδήγησαν σε μια νέα επέμβαση στο όργανο από τον Luis-Paul Dallery όπου προχώρησε σε ηχητικές ρυθμίσεις του οργάνου και σε τροποποιήσεις στα συστήματα παροχής του αέρα.

3) Το συμφωνικό όργανο
Με τον όρο «συμφωνικό όργανο» εννοούμε το είδος του εκκλησιαστικού οργάνου που εμφανίστηκε στη Ρομαντική Εποχή και του οποίου ο ήχος ήταν περισσότερο ογκώδης και συμφωνικός παρά σολιστικός και οξύς, όπως ήταν αυτός του οργάνου της περιόδου Μπαρόκ. Το 1864 με την επέμβαση του διάσημου Γάλλου κατασκευαστή εκκλησιαστικών οργάνων Aristide Cavaillé-Coll το όργανο ανακατασκευάστηκε εξ αρχής και τροποποιήθηκε γενικά σαν ήχος. Το κάθε ηχόχρωμα έπρεπε πλέον να αναμιγνύεται με τα άλλα και να παράγει ένα πλήρες ηχητικό αποτέλεσμα όπου να είναι δυναμικό και να γεμίζει τον τεράστιο ναό. Για το λόγο αυτό προστέθηκαν στο όργανο ρετζίστρο τύπου Mixture όπου θα χρησιμοποιούνταν σαν ηχητικές γέφυρες μεταξύ των θεμελιώδους ήχησης χειλεοφώνων ρετζίστρο και των γλωττιδοφώνων. Τα συστήματα παροχής αέρα τροποποιήθηκαν ριζικά έτσι ώστε να παρέχουν στα διάφορα τμήματα διαφορετικές πιέσεις αέρος, ακόμη και στα μπάσα και στα πρίμα ενός τμήματος. Για να κάνει τα πλήκτρα λιγότερο σκληρά (λόγω της μηχανικής κίνησης και μετάδοσης) τοποθέτησε , όπως είχε κάνει και στο όργανο του Αγίου Σουλπικίου, το μηχανισμό Barker που είχε εφευρεθεί πρόσφατα το 1839 από τον ομώνυμο Βρεττανό κατασκευαστή εκκλησιαστικών οργάνων.
Το νέο όργανο ήχησε για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα του 1867 αν και επίσημα παραδόθηκε το Φεβρουάριο του 1868. Σύμφωνα με το εκκλησιαστικό κατεστημένο, το όργανο αφιερώθηκε στην εκκλησιαστική χρήση την Παρασκευή 7 Μαρτίου στις 6 η ώρα το απόγευμα από τον Αρχιεπίσκοπο Georges Darboy ο οποίος βρισκόταν στο θρόνο του, ενώ ένας ιερέας της ενορίας ανέβηκε πάνω στον εξώστη και ράντισε το όργανο με αγιασμό.
Από τότε και στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν διάφορες τροποποιήσεις και ανακατασκευές:
- 1904 από τον Charles Mutin.
- 1924 εξηλεκτρισμός των φυσητήρων.
- 1932 από τον Joseph Beuchet με ανακατασκευή ορισμένων ηχοχρωμάτων.
- 1963 από τους Jean Hermann & Robert Boisseau υπό την επίβλεψη του φημισμένου οργανίστα Pierre Cochereau.

Το 1989 το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας αποφάσισε να κάνει μια πλήρη ανακατασκευή του εκκλησιαστικού οργάνου συμπεριλαμβάνοντας και τον εκσυγχρονισμό του μηχανισμού μετάδοσης και κίνησης. Το συμβόλαιο της εργασίας αυτής ανατέθηκε στους Jean-Loup Boisseau & Bertrand Cattiaux. Η εργασία αυτή έφερε σε επαφή δύο διαφορετικούς κόσμους: κατασκευαστές εκκλησιαστικών οργάνων και μηχανικούς ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Περίπου 900 ξύλινοι αυλοί καθαρίστηκαν με ψήκτρες και ξαναβάφτηκαν, όπως επίσης 7000 άλλοι καθαρίστηκαν με πλύση σε λουτρό υπερήχων. Επίσης κάποια νέα εξαρτήματα τοποθετήθηκαν πάνω στους αυλούς αλλά και στο όργανο ολόκληρο. Η κονσόλα και οι συναρμογές αυλών με πληκτρολόγια ανατέθηκαν στην εταιρεία Synaptel όπου πλέον όλο το όργανο ελέγχεται από επτά σύγχρονους ηλεκτρονικούς υπολογιστές συνδεμένους μεταξύ τους σε τρία συστήματα LAN. Με το σύστημα αυτό καταγράφονται πλήρως οι κινήσεις του κάθε οργανίστα και μπορεί να αναπαραχθεί επαρκώς ο κάθε αυτοσχεδιασμός που ερμηνεύεται στο όργανο αυτό. Οι εργασίες ανακατασκευής και εκσυγχρονισμού του οργάνου ολοκληρώθηκαν το 1993 και χρειάστηκαν 28.000 ώρες εργασίας.

Για τα ηχοχρώματα και τα αξεσουάρ του οργάνου πατήστε ΕΔΩ